η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΟΙ ΛΕΠΡΟΙ ΤΗΣ ΝΥΜΟΥ

Είναι γνωστό, ότι το νησί της Νύμου, φιλοξένησε κάποια εποχή λεπρούς (λουβιάρηδες), οι οποίοι, δεν προέρχονταν μόνο από τη Σύμη, αλλά και από τα γύρω νησιά.
Αυτοί λοιπόν, ερχόντουσαν σχεδόν καθημερινώς και όποτε το επέτρεπε ο καιρός, για να εξοικονομήσουν φαγητό και ρουχισμό, με μια βάρκα την οποίαν είχαν.
Όμως, πριν καθιερώσει η δημογεροντία τη Νύμο σαν χώρο παραμονής των, μάθαμε ότι τους είχαν εκτοπίσει σε διάφορα σημεία έξω από την πόλη.
Κάποιοι λένε ότι ένα τέτοιο μέρος ήταν προς της Ξυνίδας το Γιάλι, ενώ η παράδοση, μας λέει για μια άλλη περιοχή, προς τα βόρεια της Δρακούντας.
Αυτή η περιοχή, έχει κάποια παλιά κτίσματα που κατοικήθηκαν κατά την Αρχαία, Ελληνιστική, και Βυζαντινή εποχή, όπως το δηλώνουν τα επιφανειακά ευρήματα, κάποιες εναπομείναντες τοιχοποιίες, και το μνήμα του Δράκου με τις περίτεχνα λαξευμένες πέτρες που βρίσκεται λίγη απόσταση από εκεί.
Ήταν δηλαδή ένας μικρός οικισμός, που ασχολείτο με τη καλλιέργεια της κοιλάδας της Δρακούντας.
Την περιοχή αυτή την συναντάμε, όταν πηγαίνοντας για τον Αη Γιώργη της Δρακούντας, ανεβούμε την ανηφόρα με τις παλιές πλάκες, στρίβοντας δεξιά, ακολουθώντας τον εξωτερικό περίβολο των τελευταίων περβολιών.
Εκεί λοιπόν μάθαμε, ότι ζούσαν οι λεπροί, οι οποίοι προφανώς, είχαν φτιάξει μικρά καταλύματα, χρησιμοποιώντας για βάση, τα υπόλοιπα των αρχαίων κτιρίων.
Κάποια χρονιά όμως που ήταν Απόκριες, και ως συνήθως στη Σύμη ντυνόντουσαν Καμουτζέλλες, (μασκαράδες) και το γλεντούσαν στα καφενεία της εποχής συνοδεία μουσικών οργάνων, τα τραγούδια λοιπόν και οι φωνές των διασκεδαζόντων, έφταναν μέχρι τα αυτιά των λεπρών, οι οποίοι, πολύ θα ήθελαν και εκείνοι να διασκεδάσουν, και να βρεθούν στο χώρο των καφενείων, πίνοντας κρασί.
Κάποιος λοιπόν από αυτούς, είχε μια ιδέα και την είπε και στους άλλους, πως θα μπορούσαν να διασκεδάσουν και εκείνοι, χωρίς να τους πάρουν είδηση.
Την βρήκαν πολύ έξυπνη, και αποφάσισαν να την εφαρμόσουν.
Έφτιαξαν αυτοσχέδιες μάσκες, και ντυμένοι με διάφορα ρούχα, που δεν πρόδιδαν την αρρώστια τους, ξεκίνησε ένα τσούρμο από αυτούς για την πόλη.
Έφτασαν λοιπόν εκεί, και μπήκαν σε ένα καφενείο που είχε μουσική, και παρήγγειλαν ποτά, και κρυμμένοι κάτω από τα ρούχα του μασκαρά, απολάμβαναν κι εκείνοι διασκεδάζοντας την Αποκριά.
Όμως, το ένα ποτό έφερε το δεύτερο, το τρίτο και παραπάνω, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να μεθύσουν, και μη έχοντας πλέον συναίσθηση του τι έκαναν, έβγαλαν τις μάσκες τους.
Μόλις τους αντιλήφθηκαν, και βρήκαν πόσοι ήταν, τους έβγαλαν έξω, και τους έστειλαν πάλι πίσω στο μέρος τους.
Μετά από λίγες μέρες, τους μάζεψαν όλους και τους πήγαν στη Νύμο, όπου ήταν και ο τελευταίος τους προορισμούς.
Κάποια μέρα, ενώ είχαν βγει με τη βάρκα για να τους δώσουν τρόφιμα, στην επιστροφή, έπιασε ξαφνικό μπουρίνι, με αποτέλεσμα να πνιγούν όλοι όπως λένε.
Το 1779 - 1780 σε μια επιστολή του (14η) ο Γάλλος ταξιδιώτης και περιηγητής C.E. CAVARY, αναφέρει για τα θύματα της λέπρας στη Σύμη, και περιγράφει με μελανά χρώματα τη ζωή των δυστυχισμένων αυτών ανθρώπων. (Συμαϊκά τόμος Γ’ Αθήνα 1977. Η ΣΥΜΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΟΙ.
Εκατό χρόνια αργότερα το 1877, ο Μιχαήλ Σ. Γρηγορόπουλος, στο βιβλίο του «Η ΝΗΣΟΣ ΣΥΜΗ», αναφέρει για τη Νύμο, πως: «Υπάρχει ναΐσκος προς τιμήν της Θεοτόκου, με περιοχή που περιλαμβάνει 3 - 4 δωμάτια, στα οποία νοσηλεύονται ατυχή πλάσματα νησιωτών, εκ λώβης πασχόντων εκ του οποίου και Λωβονήσι επωνομάσθη»
Η έρευνα που περιέχει ιστορικά στοιχεία για τα «Θανατικά» όπως λέγονταν, δηλαδή τις επιδημίες που χτύπησαν τη Σύμη, και για τα μέτρα των Ιπποτών που εξέδωσαν το 1451 για το νησί λόγω πανώλης, περιλαμβάνονται στο Ετήσιο Περιοδικό «ΑΙΓΛΗ» αριθμός Τεύχους 12 του 2002, με το τίτλο: «ΟΙ ΛΕΠΡΟΙ ΤΗΣ ΝΥΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΝΩΛΗ ΤΟΥ 1451». Κρητικός Σαράντης

21.12.2014. 13:36

ΑΙΓΛΗ

«ΣΥΜΑΙΩΝ ΕΠΑΙΝΟΣ» ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1460

Πολλές φορές, μιλάμε για τα μνημεία μας, αλλά δεν ξέρουμε την ιστορία τους, και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί ανά τους αιώνες.
Ίσως η γνώση αυτή, να μας έκάνε να τα δούμε με άλλο μάτι, και κυρίως να τα προσέχουμε και να τα σεβόμαστε, κι όχι να είμαστε η αιτία της εγκατάλειψης και της περιθωριοποίησή στους με την αδιαφορία και τις ενέργειές μας.
Θα αναφερθούμε σε ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο λίγοι το γνωρίζουν, η σημασία του όμως είναι μεγάλη και καθοριστική, και κυρίως, δίνει την εικόνα της Σύμης την εποχή των Ιωαννιτών Ιπποτών, πριν τα νησιά περάσουν υπό τουρκική κατοχή, ενώ έχει τη δική του ξεχωριστή διάσταση στις ηρωικές σελίδες της ιστορίας των Συμαίων.
Ταυτόχρονα, παίρνουμε πολλά στοιχεία με τις αναφορές που γίνονται σχετικά με το νησί, για τη κατανομή και διάταξη του οικισμού, τις ασχολίες κ.λ.π.
Για το ιστορικό αυτό γεγονός, εκτός από τα επίσημα αρχεία του Τάγματος που είναι καταχωρημένο, μνεία κάνουν και δύο αναφορές, που συντάχθηκαν σε διαφορετικές χρονολογίες, πάλι από αξιωματούχους των Ιωαννιτών Ιπποτών.
Το επίσημο λοιπόν έγγραφο, το ανακάλυψε ο καθηγητής Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, σε μεγάλη έρευνα που διήρκεσε αρκετά χρόνια, στη Μάλτα, στη Ρόδο, και σε πόλεις της Νότιας Ιταλίας, καρπός της οποίας είναι ένα ογκωδέστατο βιβλίο με τίτλο «Η ΡΟΔΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΤΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ ΙΠΠΟΤΩΝ 14ος – 16ος αιώνας» (συλλογή ιστορικών μελετών) Ρόδος 1991.
Όμως, πριν εμφανιστεί αυτό το έγγραφο, ο ιστορικός του τάγματος BOSIO, αφιέρωσε 21 γραμμές, για να εξιστορήσει το σπουδαίο αυτό γεγονός που έλαβε χώρα στη Σύμη το 1457 όπως αναφέρει.
Επειδή όμως το κείμενο αυτό, γράφτηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, πιθανόν ο ιστορικός χρησιμοποίησε ως πηγή πληροφοριών μια έκθεση του Μεγάλου Μαγίστρου της Ρόδου PEDRO RAMON ZACOSTA 1461 – 1467, η οποία συντάχθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1462.
Εκεί λοιπόν ο ZACOSTA, δεν αναφέρει χρονολογία, και ο BOSIO τοποθετεί το ιστορικό γεγονός της Σύμης στο 1457.
Στο επίσημο όμως έγγραφο, το οποίο βρήκε ο καθηγητής Τσιρμπανλής, το συμβάν αυτό, πιστοποιεί ότι έγινε λίγες μέρες πριν από την 21η Νοεμβρίου του 1460.
Όλο το κείμενο του τάγματος, είναι διαποτισμένο από αισθήματα εκτίμησης ευγνωμοσύνης και θαυμασμού για τους Συμαίους, για την έλλειψη φόβου και την παράτολμη αντίσταση εναντίον των Τούρκων.
Είναι ένας έπαινος, που γράφτηκε και καταχωρήθηκε στα κατάστιχα της Γραμματείας του Τάγματος (LIBER BULLARUM Τ. 370 φ. 216 -218) και είναι πιστοποιητικό τιμής και αναγνώρισης της αντίστασης των Συμαίων με ευμενείς μάλιστα οικονομικές συνέπειες.
Έτσι, αντί τα 750 Ροδίτικα «τρέχοντα» φιορίνια τα οποία κατέβαλλε η Σύμη στο Τάγμα σαν ετήσιο φόρο, τώρα με αυτό το έγγραφο, μειώνονται στα 400, δείγμα και της παραδοχής των οικονομικών ζημιών που επέφεραν στο νησί οι επιχειρήσεις των Τούρκων.
Ακόμα το έγγραφο αυτό, αποτελεί μια ηθική επιβράβευση, της γενναιότητας που επέδειξαν άντρες και γυναίκες.
Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγει της προσοχής, ότι μόνο ο BOSIO αναφέρει για ελάχιστους ιππότες στο Κάστρο σαν φρουρά, ενώ ο ZACOSTA και το επίσημο έγγραφο, δεν αναφέρουν τίποτα.
Αυτό κατά τον καθηγητή Τσιρπανλή, μπορεί να ερμηνευθεί, ότι υπήρχε σε ορισμένα νησιά διοικητική αυτονομία. Υποθέτουμε, ότι οι πολύτιμες φρουρές για φύλαξη από τη μεριά των Ιπποτών, επικεντρώνονταν κυρίως σε πλουτοπαραγωγικά νησιά, και σε μέρη με στρατηγική θέση. Από αυτή την άποψη, η Σύμη δεν είχε να τους προσφέρει κάτι σημαντικό και στους δύο τομείς, και μάλιστα το σπουδαιότερο, χωρίς πηγαία ύδατα.
Επανερχόμενοι στο έγγραφο, γίνεται αναφορά στο βασιλιά της Σύμης Νιρέα, συνδέοντας έτσι τις παλιές ένδοξες σελίδες με τη σημερινή (τότε) νίκη, δείχνοντας ότι οι Συμιακοί, διατηρούν ζωηρά τις ιστορικές τους μνήμες.
Και ο BOSIO όπως έχουμε πει και ο ZACOSTA, αναφέρουν λεπτομερώς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε αυτή η πολιορκία το 1460.
Το επίσημο έγγραφο, συμπληρώνει τα κενά, κι έτσι το κείμενο που παραθέτουμε πιο κάτω, είναι η ολοκληρωμένη και συμπληρωμένη εικόνα και των τριών εγγράφων.
Να πούμε εδώ, ότι και η Συμαϊκή παράδοση και λαογραφία, διέσωσαν κάποια κομμάτια από αυτό το γεγονός, που αποδεικνύουν πόσο βαθειά χαραγμένο στη μνήμη έμεινε αυτό το συμβάν.
Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, δύο περιστατικά αναφέρονται γι αυτό το γεγονός, όταν οι Τούρκοι ξεκίνησαν την πολιορκία.
Η κόρη του παπά της πόρτας μέσα στο κάστρο, (φαίνεται αυτός ο παπάς, να κατοικούσε κοντά στην είσοδο - διαχωρίζοντάς τον από κάποιον άλλον που κατοικούσε μέσα σε διαφορετικό σημείο), πήγε να γεμίσει νερό, και βρήκε τη στέρνα άδεια από νερό και το ανέφερε στους πολιορκημένους, και έτσι τους έδωσε μια σπουδαία πληροφορία, που την αξιοποίησαν κατάλληλα.
Ενώ άλλη μια πληροφορία λέει, πως μετά το τέλος της πολιορκίας και το φευγιό των Τούρκων, άντρες στάλθηκαν στο κάστρο δυτικά του νησιού, να επαληθεύσουν αν οι Τούρκοι έφυγαν όντως με τα πλοία τους, ή ήταν τέχνασμα.
Το κάστρο αυτό είναι του Λαππατονιού (από το Λάππατ(θ)ος) ο κόλπος του Αη Βασίλη, το έχουμε ακούσει και με άλλο όνομα Κάστρο Γουρνιώτη, και είναι πάνω από τους Δυό Γιαλούς, και προσφέρει απέραντη θέα στα Μικρασιατικά παράλια, από δυτικά και βόρεια, μέχρι βορειοανατολικά.
Μάλιστα, αυτό το κάστρο πάντα το αναφέρουν οι γεωγράφοι και οι περιηγητές που πέρασαν από το νησί, σαν το κάστρο στα δυτικά, που μοιάζει με κουφάρι, και είναι ερειπωμένο.
Το κείμενο λοιπόν συμπληρωμένο είναι το ακόλουθο. « Το 1460 το Νοέμβρη, σαράντα (40) Τουρκικά πλοία, από τα οποία τα 14 ταχύπλοες γαλέρες, αποβίβασαν 7.000 στρατό και πολιόρκησαν το Κάστρο. Η πολιορκία, κράτησε 14 μέρες.
Εκατό (100) άοπλοι Συμιακοί, και απειροπόλεμοι, απέκρουσαν του Τούρκους.
Οι Τούρκοι άνοιξαν υπονόμους κάτω από το Κάστρο, αλλά οι πολιορκημένοι πετώντας πέτρες που έβγαζαν από τα σπίτια τους – βοηθούσαν και οι γυναίκες – και ρίχνοντας καυτό λάδι και λειωμένη πίσσα στους πολιορκητές, τους ανάγκασαν να αποχωρήσουν ντροπιασμένοι με μεγάλες απώλειες, προκαλώντας καταστροφές στα ζώα, τα αμπέλια και στα σπαρτά έξω από το Κάστρο.
Θρίαμβος και δόξα στους πολιορκημένους».
Τέτοια γεγονότα στην ιστορία της Σύμης δεν τα συναντάμε εύκολα, και αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτή η νίκη, γιατί επιτεύχθηκε από ολιγάριθμους Συμιακούς – Συμιακές, χωρίς καμιά υποστήριξη.
Την πληροφορία για τον υπόνομο που έσκαψαν οι Τούρκοι στο τοίχο του Κάστρου, τους την έδωσε η κόρη του παπά της πόρτας που αναφέραμε, όταν πήγε να γεμίσει νερό, και το σικλί (κουβάς) δεν βρήκε νερό, και μάλλον έφτασε στον πάτο, οπότε κατάλαβαν οι πολιορκημένοι, ότι οι πολιορκητές στην προσπάθειά τους να σκάψουν υπόνομο, έπεσαν πάνω στη στέρνα με αποτέλεσμα να φύγει το νερό, και υπέθεσαν σωστά, ότι από εκεί θα ανέβαιναν με σκάλες, και τους περίμεναν κατάλληλα με καυτό λάδι και λειωμένη πίσσα.
Το κείμενο αυτό με το τίτλο «ΣΥΜΑΙΩΝ ΕΠΑΙΝΟΣ (1460)», δημοσιεύτηκε στο Ετήσιο περιοδικό ΑΙΓΛΗ του 1992 αριθ. Τεύχους 2. Το περιοδικό αυτό, είναι μια προσφορά στους συνδρομητές της εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ».
Είναι καλό να γνωρίζουμε τα ιστορικά γεγονότα του τόπου μας, και κυρίως, αυτά θα έπρεπε να διδάσκονται πέρα από τη καθιερωμένη ύλη της Γενικής Ιστορίας.
Τώρα, αναφορικά με το πώς παρουσιάζεται σήμερα το Κάστρο;
Σκουπίδια και ακαταστασία παντού, ενώ οι πινακίδες που έχουν τοποθετηθεί για να δείχνουν στους επισκέπτες τον τρόπο να φτάσουν στο μνημείο, μάλλον τους απογοητεύει τελικά για την εικόνα που παρουσιάζει.
Δεν υπάρχει ο ανάλογος σεβασμός, γι αυτούς που έζησαν, πολέμησαν και πέθαναν μέσα, υπερασπιζόμενοι κάποτε το νησί τους.
Είχαμε προτείνει αρκετές φορές στο Δήμο κάθε Απρίλιο να κάνει μια καθαριότητα σε όλα τα επισκέψιμα μνημεία (Ποντικόκαστρο – Κάστρο), και να τοποθετήσει σε όσα δεν έχουν τον ανάλογο φωτισμό, (σε συνεργασία – συνεννόηση με την αρχαιολογική υπηρεσία) αντί να φωτίζει τα βράχια.
Πάντα είχα και έχω δηλώσει πρόθυμος να βοηθήσω.
ΣΑΡΑΝΤΗΣ

14.11.2014. 12:12

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛΗ


Το κομμάτι αυτό που αφορά το κυπαρίσσι του Μιχαήλη, είναι από το μυθιστόρημα «ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ» του Σαράντη Κρητικού, διαμορφωμένο για το βιβλίο. Σε γενικές γραμμές, αυτός είναι ο θρύλος που το συνοδεύει, και υπάρχουν παραλλαγές, η μία χωρίς τη κοπέλα και τη μάγισσα, και τότε το παλικάρι είναι μικρό παιδί. Αυτή η δεύτερη παραλλαγή, έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «ΑΙΓΛΗ», που είναι προσφορά της εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ».

«Υπήρχε ένας άρχοντας παλιά στην περιοχή εκεί που είχε ένα γιο.
Ήταν πολύ ωραίο παλικάρι, και όταν έγινε 20 χρονών, άρχισαν οι δικοί του να ψάχνουν να βρουν μια αντάξια κοπέλα για να γίνει σύντροφός του.
Όμως εκείνος, συνάντησε μια μέρα μια κοπέλα που πήγαινε να βρει τον πατέρα της που ήταν μουσικός – έπαιζε βιολί – και μόλις την είδε, θαμπώθηκε από την ομορφιά της.
Δεν ήθελε να ακούσει για καμιά άλλη.
Ο πατέρας του, όσες και να του παρουσίαζε έβρισκε δικαιολογίες για τη κάθε μια της.
Παράλληλα όμως, υπήρχε και μια κακιά γυναίκα που ασχολιόταν με τη μαγεία, και είχε μια κόρη, που ήθελε πολύ να παντρευτεί το γιο του άρχοντα.
Έκανε λοιπόν το παν για να τα καταφέρει, αλλά η αγάπη του για τη φτωχή κόρη του μουσικού ήταν τόσο δυνατή, που τα μάγια που έκανε η μάγισσα, δεν μπορούσαν να πιάσουν.
Τότε αποφάσισε, αφού δεν μπορεί να γίνει τίποτα με τη κόρη της, να μην γίνει με καμιά.
Έτσι δωροδόκησε την υπηρέτρια, και του έβαλε κάτι στο πρωινό του, λέγοντάς της ότι του δίνει κάτι που θα τον κάνει δυνατό και άτρωτο στους εχθρούς του, αλλά να του το δώσει όταν είναι μόνος. Στην ουσία όμως, ήταν ένα δυνατό δηλητήριο.
Αποτέλεσμα ήταν να πεθάνει, και έντρομη η υπηρέτρια, ειδοποίησε τη μάγισσα, που τη συμβούλευσε να πει ότι ήρθαν κάποιοι και τον απήγαγαν μπρος τα μάτια της, και δεν μπορούσε να φωνάξει γιατί την απειλούσαν με τα όπλα τους.
Βγήκε λοιπόν ο άρχοντας μαζί με τη σύζυγό του και τη φρουρά, και ψάχνανε να βρουν το γιο τους αλλά τίποτα.
Η μάγισσα, μαζί με την υπηρέτρια, που τώρα την εκβίαζε γιατί και εκείνη ήταν συνένοχος, έπιασαν γρήγορα - γρήγορα το άψυχο σώμα του νέου, και το έθαψαν στο σημείο που είναι το κυπαρίσσι.
Μάλιστα για να μην υποψιαστεί κανείς τίποτε, πήραν ένα μικρό κυπαρίσσι από κοντά και το φύτεψαν πλάι για να μην υποψιαστούν για το φρέσκο χώμα.
Πέρασε καιρός, και η κόρη του μουσικού ήταν απαρηγόρητη για την εξαφάνιση του αγαπημένου της.
Είχε αδυνατίσει πολύ, δεν έτρωγε, και σπάνια έβγαινε έξω.
Μαζί με αυτήν όμως, στεναχωριόταν και ο πατέρας της που την έβλεπε να λιώνει και να μην μπορεί να της κάνει τίποτα.
Μια μέρα που είχε πανηγύρι στην περιοχή του μοναστηριού της Καθολικής, ο μουσικός κατάφερε να πάρει με το ζόρι τη κόρη του και να πάνε για να παίξει βιολί.
Όταν τελείωσε το γλέντι, γυρνούσαν και οι δυο τους, και πέρασαν από το σημείο που ήταν θαμμένο το παλικάρι.
Ο μουσικός τότε, πρόσεξε πως τα κλωνάρια σε κείνο το κυπαρίσσι, ήταν ιδανικά για να κάνει ένα καινούργιο δοξάρι.
Έκοψε λοιπόν ένα κλωνάρι, το καθάρισε και πέταξε το παλιό και έβαλε το καινούργιο.
Έπιασε να το δοκιμάσει, και τότε ακούστηκαν κάποια αγκομαχητά από τη γη.
Στην αρχή, δεν μπορούσε να καταλάβει από που προέρχονταν. Όταν όμως έπαιξε πάλι και ακούστηκαν ξανά, φώναξε και τη κόρη του που ήταν λίγο πιο πέρα να ακούσει.
Τότε κάτι σκίρτησε μέσα της. Κάτι της θύμιζε αυτή η φωνή.
Έτρεξαν τότε στον άρχοντα και του είπαν την ιστορία, κι εκείνος ήρθε μαζί με τη σύζυγό του περίεργοι, να ακούσουν.
Όταν λοιπόν έπαιξε ξανά το βιολί και ακούστηκαν οι φωνές, ο άρχοντας και η γυναίκα του με μια φωνή είπαν ότι «είναι ο γιος μας».
Έσκαψαν τότε πλάι στο κυπαρίσσι, και βρήκαν το παλικάρι.
Έκλαψαν πολύ, γιατί πάντα είχαν μια ελπίδα να το δουν να ξαναγυρίζει, πιστεύοντας την υπηρέτρια που τους είχε πει ότι τον απήγαγαν.
Η κόρη του μουσικού βλέποντας τον αγαπημένο της νεκρό μέσα στο χώμα δεν άντεξε, έπεσε μέσα, τον αγκάλιασε, και ξεψύχησε πάνω του.
Απαρηγόρητοι όλοι, έθαψαν στο ίδιο σημείο και τη κοπέλα, και φύτεψαν άλλο ένα κυπαρίσσι πλάι στο άλλο προς τιμή της να τη θυμίζει.
Με το καιρό τα κυπαρίσσια μεγάλωσαν, και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Ενώθηκαν μεταξύ τους οι κορμοί, και έγινε ένα μεγάλο κυπαρίσσι σαν ομπρέλα, που κάτω από τον ίσκιο του κάθιζαν οι περαστικοί διαβάτες να ξεκουραστούν. Μάλιστα όταν ακόμα δεν είχαν ενωθεί καλά, ένα μελίσσι πήγε και έκανε τη φωλιά του στη σχισμή που υπήρχε πριν κλείσει.
Ακόμα και σήμερα όταν παρατηρήσετε καλά το κορμό, μπορείτε να δείτε τη σχισμή που φαίνεται λίγο, και δηλώνει ότι ήταν δύο διαφορετικά κυπαρίσσια.
Ότι δεν κατάφεραν να κάνουν στη ζωή οι δύο νέοι, το έκαναν μετά το θάνατό τους. Ενώθηκαν για πάντα, και το κυπαρίσσι είναι η απόδειξη να το θυμίζει σε όλους.

07.11.2014. 06:05

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map