η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

Ο ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ

Το να ζεις, είναι ένας λόγος. Το πώς ζεις είναι το μεγάλο θέμα.
Θα μου πείτε, προέχει η ζωή, κι ας είναι όπως και νάναι.
Έλα όμως, που κάποιοι ζουν με όλη τη σημασία της λέξεως, κι άλλοι απλά υποδηλώνουν την ύπαρξή τους;
Η καημένη που λέτε η Αποκουή, αποκομμένη σε μια γειτονιά που δεν είχε πολλά σπίτια, και χωρίς συγγενείς ουσιαστικά, εκτός από μια ξαδέλφη, που κι αυτή ήταν στο ίδιο μοτίβο μ’ εκείνη, δύσκολα έκανε παρέες, δύσκολα ανοιγόταν σε ανθρώπους, κι είχε μια ανεξήγητη φοβία για τα καινούργια πράματα, και κυρίως για τους ξένους.
Έτσι μεγάλωσε, μ’ αυτά γαλουχήθηκε, κι είχε μείνει στο παλιό το δόγμα που το χρησιμοποιούσαν παλιά κατά κόρον. Ότι δηλαδή, κάθε ξένος, είναι εν δυνάμει κι ένας κατάσκοπος που ήρθε στη Σύμη, για να κατασκοπεύσει, να πάρει πληροφορίες, και να τις μεταφέρει για λογαριασμό της χώρας του.
Τώρα, τι μπορεί να είχε η Σύμη που ήταν τόσο ενδιαφέρον, ώστε να μαζεύονται τόσοι μουσαφίρηδες και να την κατασκοπεύουν, δεν μπορούσε να το καταλάβει.
Μήπως έφταιγαν άραγε τα ψηλά βουνά της, μια και πολλοί από αυτούς κυκλοφορούσαν στα βουνά;
Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει.
Έτσι, κάθε επαφή με ξένους, που είχαν φτάσει μέχρι τη γειτονιά της αγοράζοντας σπίτια, ήταν απαγορευμένη.
Τι το ήθελε, να πλέξει με «καέναν απόουτους» και νάχει κακά ξεμπερδέματα;
Από μακριά, κι ούτε καλημέρα.
Όταν κάποτε όμως αγόρασε ένα ζευγάρι ξένων το κολλητό της σπίτι, τότε την έζωσαν μαύρα φίδια.
Τι θα έκανε τώρα; Δεν μπορούσε να αποφύγει μια κουβέντα μαζί τους.
Εκμυστηρεύτηκε τις ανησυχίες της, στην Αστράενα, στη μοναδική που είχε το θάρρος να μιλά πιο ελεύθερα.
- Μωρή πελεβή σε; Α σε φάου θέλουν οι αθρώποι;
- Ξέω μωρή, φοούμαι.
- Τε μπου φοάσαι δηλαδή; Α σε σκοτώσου θέλου;
- Ξέω;
- Μωρή λεβάρισε, γιατί έχει και ξένους πιο καλούς κι από μανάς, της είπεν η Αστράενα.
Πέρασε καιρός, ήρθαν μαστόροι και επιδιόρθωσαν το σπίτι των ξένων, και αρχές καλοκαιριού, έκαναν την εμφάνισή τους οι ιδιοκτήτες.
Η Αποκουή, από μακριά, κρατούσε τις αποστάσεις, και εκτός από μια καλημέρα, δεν έλεγε τίποτε παραπάνω, παρόλο που εκείνοι, προσπάθησαν δύο – τρεις φορές να πιάσουν κουβέντα, μια και κάμποσες Ελληνικές λέξεις γνώριζαν, απότοκο του θαυμασμού τους για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό.
Εκείνη, μόνο που κουνούσε το κεφάλι της. Φοβόταν να μιλήσει, λες και θα της έπαιρναν τη μιλιά.
Τα βράδια, αφουγκραζόταν, μήπως και ακούσει κάτι στα κεραμίδια της, λες και από εκεί θα ερχόταν ο κίνδυνος των κατασκόπων που βρίσκονταν στο νησί.
Εκείνο το βράδυ του φθινοπώρου, η βροχή που ξεκίνησε μετά από ένα δυνατό νοτιά, δεν έλεγε να σταματήσει.
Φυσικά, η Αποκουή ήταν χαρούμενη, γιατί θα έβαζε νερό στη στέρνα της, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί ότι όταν ξεκινούσε η βροχή, πως θα πλημύριζε το σπίτι, γιατί με τον αέρα είχαν σηκωθεί κάποια κεραμίδια.
Άρχισε λοιπόν να τρέχει με «βατσέλλες» να προλάβει τα νερά που «σουλουντρανούσαν», αλλά ήταν σκέττος ο Καταρράκτης.
Τι να κάνει; Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα.
Αποφάσισε να ανέβει μέχρι τη σοφίτα, μπας και φτιάξει από μέσα καένα κεραμίδι, αν και ήταν δύσκολο εγχείρημα για την ηλικία της.
Ανέβηκε κρατώντας μια πλαστική λεκάνη, αλλά η βιασύνη της, και η απροσεξία της, την έκαναν να γλιστρήσει και να πέσει από τη σκάλα.
Χτύπησε στα πόδια, στην πλάτη και στο ένα χέρι, και προσγειώθηκε ανήμπορη να κουνηθεί στο ξύλινο πάτωμα βογκώντας.
Ποιος να ακούσει τις φωνές της; Ποιος, που δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει;
Οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι, και δεν ήξερε αν είχε σπάσει κάτι. Ποιόν να ειδοποιήσει που δεν μπορούσε να σηκωθεί;
Η ώρα περνούσε, και ο χρόνος της φαινόταν ατελείωτος μέχρι που λιποθύμησε.
Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρισκόταν στο κρεβάτι της, και πάνω της με χαμόγελο, η ξένη που έμενε πλάι, της κρατούσε το χέρι.
Εκείνο που της έκανε εντύπωση ήταν, ότι άκουγε κάποιον να περπατά πάνω στα κεραμίδια της.
Νάντα, σκέφτηκε, ο κατάσκοπος ο άντρας της θάναι, κι αμε γύρευγε, τι μαειρεύγει πάνω.
Έκανε προσπάθεια να σηκωθεί, αλλά την πονούσε όλο της το σώμα, και παράτησε την προσπάθεια.
Σε λίγο εμφανίστηκε πράγματι και ο σύζυγος μούσκεμα, ο οποίος ανακοίνωσε στην Αποκουή, ότι είχε ανέβει στο δώμα, και συμπλήρωσε τα σπασμένα κεραμίδια με δικά του που είχε, μια και ταίριαζαν.
Ντροπιασμένη, και χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, άφησε δύο δάκρια να κυλήσουν από το μάγουλό της.
Είχε δίκιο η Αστράενα, υπάρχουν και ξένοι καλοί άνθρωποι, όπως υπάρχουν και δικοί μας κακοί.
Από εκείνη τη μέρα, η Αποκουή, όχι μόνο βρήκε κάποιους να μιλά, αλλά παρακαλούσε να μένει όσο πιο πολύ γίνεται το ζευγάρι αυτό στη Σύμη, για νάχει κι εκείνη παρέα.
Έτσι, εκεί που δεν ήθελε κουβέντα με ξένους, απόκτησε φίλους, που πάντα είχαν ένα καλό λόγο να της πούν, και αισθανόταν ότι οι παλιές φοβίες και τα πιστεύω της περί κατασκόπων, ήταν ένα παλιό θλιβερό απομεινάρι από κάποιους, που έβαζαν ταμπέλες σε ανθρώπους, χωρίς προηγουμένως να μιλήσουν μαζί τους και να γνωρίσουν το «ποιόν τους». ΣΑΡΑΝΤΗΣ

31.01.2015. 03:07

ΟΙ ΑΛΥΣΙΔΕΣ

- Πρε Νικολιό, εν τα θορρώ καλά τα πράματα.
- Με ατί;
- Ενη μπλέπεις καλέ τε μπου γίνεται;
- Γόχι. Τε μπούγινε κι ενε πήρα χαπάρι;
- Εκάα μας οι τελεοράσεις, κι εχάσαμε τα πασκάλια μας.
- Μάνα κι έουτες, σαν να τις εβαρέθει.Γούλο λιμοί σεισμοί και καταποντισμοί ναι.
- Αμα τις γροικάς, θαρρείς κι άρτει η συντέλεια του κόσμου.
- Μέλα που χρειάτζουνται κι αυτές.
- Σέουτο που λέεις βασίτζονται γούλες. Σου λέει, που θα πάει, εθθα την ηνοίξει τη τελεόραση;
- Μόλις που λέεις πατήσεις το κουμπί, καούνταιν απίκου. Να μαύρα κι άραχνα. Να πολέμοι, να σκοτωμοί, να κλεψές, να φασαρίες.
- Εγώ θαρρώ ππως λιμένουν α την ηνοίξουμε, και ρκινού και βάσσου σαν τους σκύλους.
- Εδώ πιο, εμπρέπει μηε τα παιδιά μας α φήννουμεν α πααίννουν στην Αθήνα. Κάθε μέραν γίνουνται κλεψές και σκοτωμοί.
- Πρε μια χαρά καούμεττεν εδώ να στη Σύμη μας.
- Μην το λέεις. Κι εδώ ερκινήξα και βάλα μπροστά και κάμνουν απαράλαχτα όππως τις τελεοράσεις.
- Έλα πρε, παραλέεις τα.
- Εξήασες που κλέψαν ένα μεατζίν πριν απο δυό μήνες;
- Καλά, έγινε μια βολά.
- Τί μια βολά; Εξήασες που κλέψα παλιά ένα – δυό;
- Πότε πρε, τον καιρό του Νώε;
- Πριν από κάμποσα χρόνια.
- Καλά δα.
- Α, ε θυμήθει. Εξήασα α σου πω που κλέψαν και μια βάρκαν απου το Πέδι.
- Ε αυτή, θάναι γιάλλο σκοπό.
- Τι γιάλλο σκοπό. Κλεψά ε είναι;
- Θυμάσαι πρε που κλέβγα τις βάρκες κάτι ξενομπάτες και πέραν τες στη Τουρκία;
- Εγώ θυμούμαι μόλις εσβιάραν μια – δυό, έπήα κι εγώ στη δική μου κι έβαλα όππως εβάλαν κι άλλοι αλυσίδες με κλειδαριά.
- Πρε κι εγώ έβαλα στις δυό πριμνάτσες, αλυσίδες, αλλά ξέεις τε μπούπαθα;
- Τι πρε;
- Εσκουριάσαν οι κλειδαριές πούτο κοντά στη θάλασσα, κι επήα ύστερα από ένα μήναν α πάω στα παραάδια, κι εν εμπόρω α φύω.
- Είναι και του γέλιου… - Μωρέ του γέλιου το. Αλλά εγώ που ενεμπόρουν α λύσω α δεις τη σκάση μου. - Τε μπούκαμες πιο;
- Ήμπα μέσα, έπια ένα σκεπάρνι, και χτύπουν τις κλειδαριές α τις χαλάσω.
- Χα! Χα! Χα!
- Τι γελάς;
- Με είναι να γελάς μαθές;
- Το γούστον ήτο, εκεί α που χτύπου, ένοιξεν ένα παράθυρο, κι ενέφανεν μια κι ερκίνηξεν να κανοναρκά:
"Αλήτες, την αστενομία θα φωνάξω α σας σάσει καλά, που εν έχητε πιο μετρημέλεψη. Που εκούστην α χτυπού τρεις η ώρα με βαριούς κάτω απου την πόρτα μου».
- Χα! Χα! Χα!
- Εγώ μόλις τόκουσα έουτο εφοήθη. Λέεις και καλά α φωνάξει την αστενομία άχουμεν κι άλλα τράβαλα;
Κυρία, φώναξα, τη βάρκα μου πολεμώ α λύσω και χτυπώ την αλυσίδα για να νοίξει.
- Κεριά και λιβάνια. Ποιά αλυσίδα πρε, σε μένα τα πουλάς έουτα; Άμα σου βάλου τις αλυσίδες η αστενομία, α δούμε ππώς α τις λύσεις μετά.
- Χα! Χα! Χα! Σκέττο θέατρο δηλαδής…
- Μωρέ θέατρο, αλλά το αποτέλεσμαν ήτο να γυρίσω τα μπρος οπίσω και να πάω στο σπί μου σκασμένος πούχασα τη καλοσύνη.
- Ε λλέις που εν ήρτεν η αστενομία α σε κλείσου και μέσα στα καλά καθούμενα;
- Αυτό δα έλειπε, α μου βγάλου και τόνομά μου.
Σαράντης

25.10.2014. 03:37

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map