η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΣΥΜΑΪΚΕΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ #1

Δεκαετία του 1950. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά άρχισε άλλου είδους πόλεμος. Η μεγάλη μετανάστευση.
Οι πολυμελείς Συμιακές οικογένειες, πουλούσαν τα σπίτια τους για «κομμάϊ ψωμί» μόνο και μόνο για να βγάλουν τα εισιτήρια, ρίχνοντας πίσω τους μαύρη πέτρα, για Αυστραλία, Αμερική, Κονγκό, και όπου τους οδηγούσε η μοίρα τους για ένα καλλίτερο μέλλον.
Αν δεν πουλούσαν το σπίτι, πουλούσαν τον «κερεστέ», δηλαδή τα ξύλα, τα κεραμίδια, τα παράθυρα και τις πόρτες του, και έμενε ερειπωμένο, χαλατό.
Να ξαναγυρίσουν πίσω το απέκλειαν, γιατί νόμιζαν ότι η Σύμη θα καταστρεφόταν εντελώς.
Οι Καγκάβες κι οι μηχανές σταμάτησαν, και οι θαλασσινοί μας έψαχναν μπάρκο, βγάζοντας φυλλάδιο για μεγάλα καράβια, και για μακρινές θάλασσες και ωκεανούς.
Οι εκάστοτε δήμαρχοι τότε, έκαναν το παν για να συνεφέρουν το νησί μας.
Κανείς δεν ενδιαφερόταν για μας την εποχή εκείνη. Είχαμε απομείνει γύρω στους 2.500 κατοίκους, και η μόνη ασχολία, ήταν τα καράβια η λίγη γεωργία, και η κτηνοτροφία που και αυτή λιγόστευε.
Τα μαγαζιά ένα – ένα, άρχισαν να κλείνουν. Τσαγκαράδικα, κουρεία, καφενεία, κά. Τα δύο σχολεία συγχωνεύτηκαν σε ένα, του Πεδιού έκλεισε, όπως και το τελωνείο που υπήρχε στο Πέδι και στον Πανορμίτη και το εκεί αστυνομικό τμήμα.
Και φτάνουμε στα έθιμά μας, στις παραδόσεις μας, που άρχισαν κι αυτά να σβήνουν.
Οι σύλλογοι που υπήρχαν, έμειναν μόνο στα χαρτιά, και σιγά – σιγά σταμάτησαν τις δραστηριότητές τους.
Το Αναγνωστήριο η «ΑΙΓΛΗ» έκλεισε, ο ΣΟΦΟΚΛΗΣ επίσης, καθώς και ο ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ, Η ΕΝΩΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ για ένα χρονικό διάστημα σταμάτησε, και επαναδραστηριοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, και είναι ο μόνος σύλλογος σήμερα, που έφθασε πολύ ψηλά.
Μέσα από αυτούς τους συλλόγους, πραγματοποιούνταν όλα τα έθιμά μας, που αρκετά γίνονται και σήμερα, όχι όμως όπως τα έκαναν οι παλιοί.
Ο Κουκκουμάς (Κλήδωνας), γινόταν στις γειτονιές, σήμερα στο πλατύ του Αη Θανασού στις 2 Μαϊου.
ΟΙ ΚΑΡΕΣ του Αη Γιωργιού σταμάτησαν, το κανονάκι στην Παναγιά του Κάστρου σώπασε που χτυπούσε κάθε μεσάνυχτα Λαμπρή, καταστράφηκε το βαποράκι, και μόνο ο Εβριός που καιγόταν στον Αη Γιάννη συνεχίζεται σήμερα.
Το ράψιμο τη νύχτα της Μεγάλης Εβδομάδας στον Νύμφιο, που έραβε κρυφά η μία την άλλη σταμάτησε. Τα πειράγματα στην περιφορά των Βαβαλακιών (Επιταφίων) τη Μεγάλη Παρασκευή, με τα παρατσούκλια των ενοριών και ενοριτών σταμάτησαν.
Τραγούδια, χοροί, θεατρικές παραστάσεις, Γυμνασιακές επιδείξεις, περίπατοι από τα σχολεία σταμάτησαν.
Ο Αργελλές, η Συμιακή λύρα, δίστιχα, μαντινάδες.
Η δεύτερη Ανάσταση το απόγευμα της Λαμπρής, με το διάβασμα του Ευαγγελίου στις ξένες γλώσσες. Η Φάλλια, το έθιμο που γινόταν την άλλη μέρα της Λαμπρής.
Τα πανηγύρια στα ξωκλήσια, κι αυτά πήραν τέλος προ πολλού. Οι ιστορίες για τις Αλουστίνες, τον Βαρβάλακκα της Νανούς, τη Γιαλλού.
Το πλύσιμο στο Λευκαντιό, τα Συμιακά τραγούδια και μοιρολόγια, μόνο στα λαογραφικά βιβλία έμειναν γραμμένα.
Τα Συμιακά παιχνίδια, οι Γλεπιοί, (Δραγάτες).
Παρόλο που σταμάτησαν όλα, οι Συμιακοί και οι Συμιακές, προσπαθούσαν να αναζωογονήσουν το νησί, να επανέλθει στην παλιά του αίγλη, με τις νέες συνθήκες της εποχής.
Οι εκτός Σύμης σύλλογοι, οι εφημερίδες και πολλοί άλλοι παράγοντες, σιγά – σιγά του έδωσαν ώθηση προς τα πάνω.
Προ καιρού, άρχισαν τα χαλατά να αναστηλώνονται στο παλιό παραδοσιακό στυλ του Συμιακού σπιτιού, μια και χαρακτηρίστηκε παραδοσιακός οικισμός η πόλη, με την αρχαιολογία να επιβλέπει τη σωστή τήρηση των κανόνων, αλλιώς θα είχε γίνει ένα νησί σκέτο μπετόν.
Ήλθε και ο τουρισμός στη δεκαετία του 1960 προς το τέλος, και φθάνουμε στο σήμερα.
Κάποτε οι εκτός Σύμης, μας κορόιδευαν, ότι για τη μεταφορά, έχουμε τα γαϊδουράκια που λερώνουν το νησί, και είμαστε χωρίς αυτοκίνητο, και δεν πρόκειται να δούμε ούτε ποδήλατο.
Κι όμως διαψεύστηκαν, γιατί έχουμε φτάσει, να είναι τα τροχοφόρα περισσότερα από τους ανθρώπους, και τα γαϊδουράκια να εξαφανίζονται σιγά-σιγά.
Σήμερα, προσπαθούμε να επαναφέρουμε όλα τα παλιά έθιμα μας, περισσότερο για να τα γνωρίσει η νεολαία μας, γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι, μέχρι πότε θα υπάρχουν;
Όσοι έχουν απομείνει σε περασμένη ηλικία, νοσταλγούν τα παλιά χρόνια και θυμούνται όλα αυτά που λέμε τώρα.
Δύο ποιήματα της Μιχαλαριάς – Βογιατζή, που τα έγραψε στη δεκαετία του 1950, δίνουν το κλίμα της εποχής.

ΤΟ ΚΑΝΟΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ
Δεν θα μολάρεις πιο ποττέ της Παναγιάς κανόνι, Εσύ που μέσα στη σκλαβιά, εμίλας μας για λευτεριά, και γλύκαιναν οι πόνοι.
Κάθε μεσάνυχτα Λαμπρή, με τον γλυκό σου κρότο, Μέσ’ την βωβάρα της βραδιάς, τα σκλαβωμένα μας παιδιά, εσύ εχαιρέτας πρώτο.
Πούσαι και τώρα να χτυπάς στης Σύμης μας το Κάστρο, Να διπλοχαιρετάς παιδιά, που ξετινάξαν την σκλαβιά, Και είδαν ειρήνης άστρο.

Η ΦΑΛΛΙΑ
Εχάθει και το όμορφο τ΄ατέτι, που παίρναν την Ανάσταση στα σπίτια, κι εππέφταν εις τους δίσκους, τα μετζίτια, γιατί είχεν το νησί μας περικέττι.
Λαμπρή Δευτέρα, άμμα επολέραν, πιτρόποι και παπάς της ενορίας, σε όσους στο Βαγγέλιο δεν επήαν, τη Φάλλιαν εις το σπίτιν των επαίρα.
Αξήαστα! Τζαμάνια, ευτυχισμένα, που όσους εφαλλιέρα γκαμαρώνουν, και σβέλλενα αρίφνητα εδώννα, και τούρτες και αυγά και τζαχαρένα.

Της συνεργάτιδάς μας ΕΙΡΗΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΑΚΗ

24.09.2014. 06:13

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map