η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

- Μωρή Αστραενί, α σου πω ένα μπράμα, αλλά έθθέλω α το πάρεις στραβά.
- Τι μωρή;
- Να θέλω α σε ρωτήξω κάτι;
- Ε ρώτα.
- Να μωρή, ε σε θωρώ τελευταία α πααίννεις στα ξωκλήσα, εσύ πούσου σημαιοφόρος και στο νάμι σέουτα.
- Α σου πω. Εν η φτιώ εγώ. Εκάαμε κι έκοψά τα.
- Ποιος μωρή;
- Να, επάαιννα α φιλήσω τις εικόνες ετραβούσαμμε φωτογραφία. Επάαιννα α πάρω αντίδερο, πάλε φωτογραφία.
Τη τελευταία βολά μπιο, επήα σ’ ένα ξωκλήσι, αλλά ενέχαν μπιο το συχασμό (ησυχία).
Εσηκώθην α φιλήσω την εικόνα, ετραβούσαμμε φωτογραφία. Επλοϋρούσαμεν το πλατύ, πάλε άλλος φωτογραφία.
Ετρατάρα μας καφέ και κάτι κουλούρια, και μόλις ετοιμάτζουμουν α βάλω το κουλούρι που βούττησα στο στόμα μου, εκάητο μια απίκου α με τραβήξει. Γυρνώ ανάποδα, κι ήρτεν απου την άλλη μεριάν α με καννέψει.
Είπα μέσα μου, «το κρυφτό πιο θα παίτζουμε για να πιω τον αναθεματισμένο έουτο τον καφέ; Ε θθα πάει μέσα μου».
Σηκώνομαι κι εγώ και πάω πίσω από το ιερό α τον πιω με την ησυχία μου, αλλά ήρτεν ένας άλλος και στάφνιτζέ με με τη φωτογραφική.
Άρμα βάρκα πάλε, εσηκώθη κι εδιαλοούμουν πού α πάω α τον πιω.
Εσκέφτην α βγω όξω απου το ξωκλήσι α πάω μέσα στα κυπαρίσσα, αλλά μόλις επολέμουν νά βγω από το πλατύ, εκάητον μια άλλη στην εξώπορτα απίκου κι όποιος έβγαινε εν την εκατσίρδα.
Εσιχτίρησα πιο κι εγώ, και λεω, άλλη βολάν ενέχει. Θα πααίννω μόνο εκεί που ενέχει φωτογράφους. Αλλά στο τέλος μωρή Μαριώ, ε φήνουν ξωκλήσι για ξωκλήσι α καούνται θαρρείς κι είναι ο Φιλήρατος για ο Πάχος, α βιτσιτέρου ποιά θα περάσει α την καννέψου.
Φήκε δηλαδής που τώρα ερκινήξαν και πααίννουν και στις ενορίες, κι α με κάμουν α κόψω και την νεκλισά. Ήμαρτον Θεέ μου τε μπου λέω, αλλά μπακκαλούμ.
Φτιώ δηλαδή τώρα εγώ που εμπααίννω; Γόχι πέ μου. Φτιώ;
Σαράντης

04.05.2016. 15:23

Καταναλίστρα

- Επήες μωρή Μαριώ στον Πανορμίτη;
- Γόχι, στο Μιχαήλην επήα.
- Επήραμε δα με τ΄αυτοκίνητο, κι ήτο «πατείς με πατώ σε». Κόσμος, άστα ένα σωρό.
- Α σου πώ, εν ήτο κι άσκημα που πήαμε στον Μιχαήλη. Παράμορφά το.
- Εν έμαθές μωρή Αστραενί και τε μπούγινε;
- Γόχι. Τέ μπούγινε;
- Εκαούμεττα μέσα στην νεκκλησά, και πιάαν να καθαρίσου την εικόνα του Μεαλόχαρου, κι εβγάλα το τζάμι α το σκουπίσου και να το ξαναβάλου πριν να ρκινήξει η Λουτουργιά.
- Όταν εβγάλα το τζάμι, εκαθαρίσαν το, και πάνω που πολεμούσαν α το ξαναβάλου, μπαίνει ένα τζευγάρι, και λέει η γυναίκα:
- Περιμένητε α βάλω το δαχτυλίδι μου μέσα στην εικόνα πριν τη κλείσητε γιατί έχω το τάξιμο.
Έπιαε που λέεις, και τράβηξε το δαχτυλίδι α που τη χέραν της, αλλά το δαχτυλίδιν ένέβγαινε. Δός του επολέμα και τίποτε.
Εκοκκίνησε το δάχτυλό της, αλλά το δαχτυλίδι ενέλεε νάβγει.
- Μαυτό καλέ, λέει του άντρα της, εμπαινόβγαινε, τε μπούπαθε σήμερα κι ελέει νάβγει;
Είδε κι απόδε ότι ενεγίνετο τίποτα κι επεριμέναν τη α βάλου το τζάμι, και λεει του άντρα της: Πάνε στο δωμάτιο και φέρε το βραχιόλι, γιατί το δαχτυλίδι, ενη ξέω τε πούπαθε, κι ελέει νάβγει.
Έτρεξε που λέεις ο άντρας της, έφερε το βραχιόλι και βάλαν το μέσα κι εκλείσαν το τζάμι.
Αφού το βάλαν, τε μπου γυρνά και λέει στον άντρα της μωρή Αστραενί;
- Τι μωρή;
- Το βραχιόλιν είχα τάξιμο να δώκω, και γόχι το δαχτυλίδι…
- Με που επάαινε πιο. Α κλέψει τον Κλέφτη;
ΣΑΡΑΝΤΗΣ

12.02.2015. 03:15

ΚΑΤΑΝΑΛΙΣΤΡΑ No1


- Μωρή Αστραενί, άσκημα τα μαντάτα.
- Τε μπούγινε πάλε; Καένα σκουλουκωτό μας εκάμαν οι Τούρκοι;
- Εσύ μωρή επαράκαμές το πιο. Είπαμε δα, αλλά γόχι κι έτσι.
- Και τε μπου θέλεις α σκεφτώ όταν λέεις με το ευλογητός τέτοια πράματα;
- Μωρή άλλο πράμα θα σου πώ που μου τώπαν και μένα.
- Πέ το, γιατί μέχρι να το ξιφουρνίσεις, έβγαλές μας τον αδόξαστο.
- Κάργες λέει ήρτα.
- Τε μπούναι πάλε έουτες;
- Μωρή εκείνα τα μαύρα πουλιά σαν τις κουρούνες πούναι γεμάτη η Ρόδος.
- Εδώ μωρή ερκούντε τον αξήφριστον απου τη Τουρκία ένα σωρόν άθρωποι κρυφά, κι ε μπαραπονιούμεττε, γιατί κιαυτοί οι κακόμοιροι, πολεμούν ναύρουν ένα μέρος για να τζήσουν αθρωπινά, για τα πουλάκια τα κακόμοιρα λέεις τέτοια πράματα;
- Ενη ξέεις όμως τε μπου κάμνου.
- Τε μπου κάμνου δηλαδή;
- Ότι κάμνουν οι δεκαοχτούρες. Φήννουν τις καρκαδιές τους στα δώματα, κι άντε μετά α πιείς νερό της γιστέρνας.
- Σιγά το πράμα.
- Τι σιγά δηλαδής, α πίννουμε τα κατουρήματά τω;
- Μωρή, πόσοι πίννουν ακόμα νερό απου τη γιστέρνα; Μετρημένοι στα δάκτυλά ναι.
- Και τε μπα κάουμε μαθές, α δηλητηριαστούμε;
- Κι εσύ γιατί χολοσκάς; Αφού κι εσύ μπουκκαλάτο νερό πίννεις.
- Που λέει ο λόος δα.
- Αφού έτσιά που χαλάσαν την ατμόσφαιρα, τε μπου λιμένεις α γίνει από δώ και πέρα;
- Λέεις μωρή α το κάμνουν εξεπίτηδες για να γοράτζουμε γούλοι μπουκκαλάτο νερό;
- Απ αυτούς πιο, γούλα α τα περιμένεις…

Σαράντης

21.09.2014. 00:44

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map