η ΦΩΝΗ της ΣΥΜΗΣ

ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΣΥΜΗ

Είναι γνωστό στους πιο παλιούς, ότι ο ερχομός του Πάσχα, πέραν από τις καθ’ αυτό γιορτές που ήταν η χαρά των παιδιών για πολλά πράγματα, όπως είναι το σταμάτημα των σχολείων, τα έθιμα της Σύμης με τα κουλούρια, τις τούρτες, τα αυγά, και όλο το σκηνικό τις γιορτινές εκείνες μέρες, κυρίως για τα αγόρια, ήταν και μια επιπλέον χαρά.
Ήταν γιατί θα είχε και τα πυροτεχνήματα και τις «πόμπες»(βόμβες).
Φυσικά οι έφηβοι, οι νέοι, αλλά ακόμα και πολλοί σε μεγαλύτερη ηλικία, είχαν αυτό το επικίνδυνο μεράκι – χόμπι στο αίμα τους να φτιάχνουν πόμπες. Και τότε δεν ήταν εύκολο να βρεις μπαρούτι, γιατί υπήρχαν σχετικές απαγορεύσεις από την αστυνομία σε όσα καταστήματα το πουλούσαν, επειδή έπρεπε να έχεις κυνηγητικό όπλο για να σου δώσουν. Κι έτσι, για να αποκτήσεις αυτό το πολυπόθητο υλικό, έστελνες μεγάλους για να σου το αγοράσουν.
Οι πιο ακίνδυνες «πόμπες» ήταν οι χάρτινες, όπου έβρισκες ένα κύλινδρο από χαρτόνι για να βάλεις μέσα το μπαρούτι και να τον κλείσεις και από τις δύο μεριές, και μετά να τοποθετήσεις απέξω σε πολλές στρώσεις πισσόχαρτο, ή άλλο χοντρό χαρτί, και να το σφίξεις όσο πιο δυνατά μπορούσες με σπάγκο από όλες τις πλευρές, και μετά να ανοίξεις στο κέντρο μια τρύπα με καρφί για να βάλεις το φυτίλι.
Φυσικά υπήρχαν και τα τρίγωνα, αλλά αυτά ήταν για ερασιτέχνες.
Εμείς που είχαμε περάσει αυτά τα στάδια, ήμασταν στο μεγάλο επίπεδο, όπου οι πόμπες, οι «ψέλλες», ήταν από μεταλλικούς σωλήνες.
Όμως, όταν δύσκολα μπορούσαμε να βρούμε μπαρούτι, και δεν είχαμε και τα ανάλογα χρήματα να το αγοράσουμε, τότε καταφεύγαμε στο πολεμικό υλικό, το οποίο το συλλέγαμε, από τη θάλασσα.
Κάναμε μπάνιο σε ορισμένα σημεία που ξέραμε ότι υπήρχε, και βγάζαμε τις μεγάλες μπρούτζινες σφαίρες, αυτές που πολλά σπίτια στη Σύμη τις είχαν πάνω στο κομοδίνο γυαλισμένες βάζοντας μέσα διάφορα διακοσμητικά αποξηραμένα και φυτά της θάλασσας.
Την ανοίγαμε με προσοχή, και βγάζαμε το μπαρούτι που ήταν σε άλλες σαν μακριά μακαρόνια «μάτσι» (λαζάνια), σε άλλες σαν κοφτό μακαρονάκι, ή σαν χαντράκια.
Μάλιστα το μπαρούτι που ήταν σαν μακρύ μακαρόνι, το χρησιμοποιούσαμε και για φυτίλι, όταν δεν μπορούσαμε να προμηθευτούμε κανονικό.
Ακόμα πολεμικό υλικό βρίσκαμε και σε κάποια σημεία στο βουνό, που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πόλεμο.
Από το βουνό παίρναμε ορισμένα βλήματα και ρουκέτες με φτερά που τις λέγαμε «μολύβια της κοντραέριας» και «μορτάλια». Αυτά ως συνήθως με τα φτερά, τα βάζαμε πάνω σε φωτιά για να σκάσουν και ήταν πολύ επικίνδυνα, γιατί δεν ήταν εύκολο να ελέγξεις καλά προς τα πού θα πάνε.
Ακόμα, μεγάλη δυσκολία ήταν να βρεις μεταλλικούς σωλήνες, και τότε στην αρχή δεν υπήρχαν γαλβανιζέ, και έπρεπε να βρεις μπρούτζινους, ή να χρησιμοποιήσεις τις μεγάλες σφαίρες που είχες βρει στη θάλασσα.
Τις κλείναμε με βαριοπούλα και από τις δύο μεριές και ανοίγαμε τρύπα στο κέντρο, και από εκεί με χωνάκι, ρίχναμε μέσα το μπαρούτι.
Υπήρχε λοιπόν μεταξύ των πολλών, μια ομάδα αγοριών, που ήταν οργανωμένη να φτιάχνει σωλήνες «ψέλλες»
Μάλιστα το είχαν καθιερώσει και όταν τελείωναν, μαζευόντουσαν και το γιόρταζαν τρώγοντας κουλούρια του Πάσχα (αμμωνιακένα, τζαχαρένα και βουτυρένα), τούρτες και κόκκινα αυγά.
Τότε, έπρεπε να προσέχεις αρκετά τις κινήσεις σου, γιατί η αστυνομία κυνηγούσε πολύ αυτούς που έριχναν πόμπες.
Ο πιο μικρός λοιπόν της ομάδας εκείνο το βράδυ, κρατούσε μια πάνινη τσάντα γεμάτη, και πήγαινε να βρει τους φίλους του.
Καθώς γυρνούσε τρέχοντας σε μια στροφή, έπεσε πάνω σε ένα χωροφύλακα.
Ο χωροφύλακας, που θεωρούσε ότι ήταν ένας από αυτούς που έφτιαχναν τις πόμπες αλλά δεν είχε αποδείξεις, μόλις τον είδε να κουβαλά τη βαριά τσάντα, υποψιάστηκε ότι κάτι είχε μέσα και του είπε να σταματήσει.
Ο μικρός, μόλις του είπε να σταματήσει, έκανε μια κίνηση να κρύψει τη τσάντα που κρατούσε πίσω από την πλάτη του.
Εκείνος, βλέποντας αυτή τη κίνηση του μικρού, πείστηκε πλέον ότι κάτι έκρυβε μέσα η τσάντα, και σίγουρα ήταν «πολεμικό υλικό» αυτό που μετέφερε.
- Τι κουβαλάς βιαστικός, ρώτησε το μικρό.
- Τίποτε, απάντησε εκείνος.
- Δώσε μου τη τσάντα να δω, είπε ο χωροφύλακας.
Αντί απάντησης, εκείνος σήκωσε αρνητικά το κεφάλι του, γιατί δεν ήθελε να του πάρει το πολύτιμο φορτίο του.
- Δώσε μου την, του είπε πιο επιτακτικά εκείνος.
Πάλι ο μικρός δήλωσε άρνηση με το κεφάλι.
- Θα μου τη δώσεις, είπε ο χωροφύλακας, ή θα στην πάρω με το ζόρι;.
Ο μικρός είδε πλέον ότι δεν είχε διέξοδο ούτε και μπορούσε να κάνει διαφορετικά, και με βαριά καρδιά του έδωσε τη τσάντα, αναλογιζόμενος ότι έχανε το πολύτιμο φορτίο του, και τι δικαιολογίες θα έλεγε στους φίλους του μετά που θα τους συναντούσε.
Την άνοιξε ο χωροφύλακας, και δεν πίστευε στα μάτια του.
Το πολεμικό υλικό ήταν κουλούρια, τούρτες και αυγά του Πάσχα, που τα πήγαινε για να γιορτάσουν με την ομάδα του που η αποστολή κι εφέτος εξετελέσθη με επιτυχία.
Έβαλε τα γέλια, και επιστρέφοντας τη τσάντα στο μικρό, του χάιδεψε το κεφάλι λέγοντας:
- Πήγαινε σπίτι και φάε με την ησυχία σου τα κουλούρια και τα αυγά. Άδικα σε υποψιαζόμουν. Βλέπω ότι είσαι καλό παιδί. Πήγαινε, και μην πεις ότι με συνάντησες.
Όμως ο μικρός, δεν σταμάτησε αργότερα να υπερηφανεύεται στους φίλους του, λέγοντας ότι του την «έφερε» του χωροφύλακα, γιατί δεν βρήκε τα φυτίλια που έκρυβε στη τσέπη του…
ΣΑΡΑΝΤΗΣ

08.04.2015. 05:20

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΥΜΗ 1

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΥΜΗ 1 Στην αρχή του πολέμου, και για ένα διάστημα, όπως λένε αυτοί που έζησαν από κοντά την τότε κατάσταση, δεν υπήρχαν στη Σύμη, όσον αφορά τα πολεμικά πράγματα, μεγάλα γεγονότα. Όταν όμως ξεκίνησαν οι αποβάσεις και οι βομβαρδισμοί, πολύς κόσμος έφυγε στα βουνά και στα εξωκλήσια, για να μην είναι μέσα στο θέατρο του πολέμου.
Πολλές λοιπόν οικογένειες, με την αρχή των βομβαρδισμών, έφυγαν τόσο βιαστικά, που δεν πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους ούτε τα στοιχειώδη για μια διαμονή λίγων έστω ημερών. Αποτέλεσμα, να δημιουργηθούν μεγάλες ανάγκες στους καινούργιους χώρους εγκατάστασης, και να προσπαθούν να λύσουν επί τόπου τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν.
Μία οικογένεια, όπως οι περισσότερες, έφυγε βιαστικά με τους πρώτους βομβαρδισμούς, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μικρό σπιτάκι πάνω από τη Γυάλα στο Νημπορειό, μαζί με τρείς ακόμα οικογένειες.
Σε κανονικές συνθήκες, το μικρό αυτό σπιτάκι, ήταν για να διαβιεί με το ζόρι μια οικογένεια τριών ατόμων. Έτσι τα είκοσι και πλέον άτομα που στριμώχτηκαν, φεύγοντας βιαστικά από την πόλη της Σύμης, δυσκολεύονταν να βρουν χώρο μέσα στο μικρό αυτό σπίτι. Πέραν αυτού, εκτός από κάτι κουβέρτες και χερέμια (χράμια) που πήραν μαζί τους, τρόφιμα δεν είχαν, και ήταν φανερό, ότι σύντομα θα αντιμετώπιζαν προβλήματα.
Μέσα, υπήρχαν και αρκετά μικρά παιδιά, ένα από τα οποία μεγάλος σήμερα, θυμάται και αναπολεί τα τότε γεγονότα.
Τους έστρωσαν λοιπόν κάτω κουβέρτες και χερέμια, και κοιμήθηκαν μέσα Σεπτέμβρη του 1943, με τον καιρό έξω, να είναι όπως ο εσωτερικός τους κόσμος. Μουντός και συννεφιασμένος, που δεν άργησε να ξεσπάσει με βροχή και αέρα.
Τα μικρά παιδιά φοβόντουσαν μέσα στο σκοτάδι και στις καινούργιες συνθήκες, ενώ η παλιά στέγη έμπαζε νερά από τη βροχή, και κάποια παραπονιόντουσαν που δεν είχαν κάτι να φάνε και πεινούσαν.
Μέσα στο πανδαιμόνιο αυτό, ένα τσαμπάλι (κουδούνι) ακούστηκε να χτυπά έξω από την πόρτα του μικρού σπιτιού, και κάποιοι αφουγκράστηκαν για να ακούσουν καλλίτερα περί τίνος επρόκειτο.
Ορισμένοι, άρχισαν να συζητούν αν έπρεπε να ανοίξουν την πόρτα, να δουν τι ήταν.
Υπερίσχυσε η γνώμη των περισσοτέρων που ήταν να ανοίξουν, ενώ τα μικρά παιδιά, περίμεναν με αγωνία το αποτέλεσμα.
Άνοιξαν λοιπόν την πόρτα, και αντίκρισαν ένα μικρό κατσίκι, που προφανώς είχε χάσει το δρόμο του.
Κάτι μισόλογα πήρε το μικρό αυτί του Γ, που άκουγε τους μεγάλους να συζητούν για τη τύχη του μικρού κατσικιού, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει καλά.
Ξύλα μαζεύτηκαν μέσα στη μικρή τσιμιά, και με συνοπτικές διαδικασίες, η ειλημμένη απόφαση, για το δώρο που «τους το έστειλε η Παναγιά», όπως είπαν κάποιες γυναίκες εκτελέστηκε.
Ο μικρός Γ, δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Σε σύντομο διάστημα, το κατσίκι, είχε γίνει κομμάτια ψημένου κρέατος, αφού ορισμένοι γνώστες της χασάπικης τέχνης, είχαν προηγουμένως επιδείξει τις γνώσεις τους, στο σφάξιμο και στο γδάρσιμο του ζώου. Τα κομμάτια ψημένου κρέατος μοιράστηκαν, και όλοι τίμησαν « το δώρο της Παναγιάς», ενώ ο μικρός Γ πάλευε με τον εαυτό του, αν έπρεπε να γίνει κι εκείνος συμμέτοχος σε ότι συντελέστηκε μπροστά στα μάτια του. Όμως η «πείνα κάστρη πολεμά» που λέει και η παροιμία, κι έτσι ο μικρός Γ προτίμησε να επαληθεύσει τη λαϊκή ρύση. Με βαριά καρδιά, για να εκπληρώσει τη βιολογική του ανάγκη, έφαγε δυο τρεις μπουκιές.
Αυτή η νύχτα κράτησε λες ατελείωτες ώρες μέχρι να ξημερώσει, και στη σκέψη του μικρού Γ, δεν ήταν ο βομβαρδισμός όπως συζητούσαν όλοι, αλλά στο δράμα που συντελέστηκε το βράδυ.
Με το πρώτο φως της ημέρας και καθώς άνοιξαν την πόρτα, είδαν έναν άνθρωπο να έρχεται προς το μικρό σπιτάκι. Ήταν ένας βοσκός, που τους καλημέρισε, και ρώτησε αν είδαν να περνάει από εκεί ένα μικρό κατσίκι, με ένα χαρακτηριστικό μικρό τσαμπάλι.
Όλοι δήλωσαν άγνοια, ενώ κάποιος φρόντισε να κρύψει το μικρό τσαμπάλι στα γρήγορα μέσα σε μια κουβέρτα.
Ο Γ, ντράπηκε πιο πολύ όταν άκουσε τα λόγια του βοσκού, και στο μικρό του το μυαλό, ήταν 7 χρονών τότε, αποτυπώθηκε με μελανά χρώματα, όχι μόνο το έγκλημα που διαπράχθηκε το βράδυ, αλλά και η αδικία που συντελέστηκε σε ένα φτωχό άνθρωπο.
Αυτό, δεν του έφυγε ποτέ από το μυαλό, ακόμα κι όταν μεγάλωσε, και ξενιτεύτηκε από τη Σύμη αναζητώντας καλλίτερη τύχη στο εξωτερικό.
Σε μια γωνιά του μυαλού του, υπήρχε αυτή η αδικία που ζητούσε δικαίωση, και αισθανόταν λες αυτός ως ο υπεύθυνος, να ξεπλύνει για όλους τη ντροπή που είχε γίνει.
Πέρασαν χρόνια και επέστρεψε στο νησί, έχοντας πια αποκτήσει μια αξιοσέβαστη περιουσία, αλλά η παλιά αδικία, εξακολουθούσε να του τυραννά το μυαλό.
Με το που πάτησε στο νησί, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να ψάξει το βοσκό, το κατσίκι του οποίου είχαν σφάξει εκείνο το βράδυ στο μικρό σπιτάκι πάνω από τη Γυάλα στο Νημπορειό, εκείνες τις δύσκολες ώρες.
Όταν τον βρήκε, του ζήτησε να πάνε στο καφενείο για να τον κεράσει.
Εκεί, ανάμεσα σε μερικές μπύρες, του εκμυστηρεύτηκε το μεγάλο μυστικό, που το είχε βάρος όλα αυτά τα χρόνια, και τον αποζημίωσε με τη χρηματική αξία του κατσικιού πάνω από δύο - τρεις φορές.
Έτσι, αισθάνθηκε ανάλαφρος, όταν καληνύχτισε ο ένας τον άλλο, και πήγε για ύπνο έχοντας γιατρέψει την παλιά πληγή, που έμενε ανοιχτή από τα παιδικά του χρόνια. ΣΑΡΑΝΤΗΣ

13.12.2014. 03:24

Symi Photos Patitiria Books about Symi Symi Map